• Ελληνικά
  • English
  • македонски јазик
  • Српски језик
  •   

    Θαλάσσιες Μεταφορές Αγαθά

    Αιτίες αύξησης των θαλάσσιων ναύλων κατά την πανδημία του Covid-19

    Η έξαρση της πανδημίας του covid-19 άφησε αναμφίβολα ανεξίτηλο το αποτύπωμα της στην εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία αντιμετώπισε πολύ μεγάλες αναταραχές.

    Η μεταφορά διά θαλάσσης, η οποία χρησιμοποιείται για το 80% των αγαθών που πωλούνται παγκοσμίως, ήρθε αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες ανατιμήσεις. Έτσι, παρ’ όλο που σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών οι όγκοι του θαλάσσιου εμπορίου αναμένονταν να αυξηθούν κατά 8,4% το 2021 και επιπλέον κατά 6,5% το 2022, το κόστος για την μεταφορά εμπορευμάτων από την Άπω Ανατολή διατηρείται σε πολύ υψηλά επίπεδα δημιουργώντας οικονομικά προβλήματα σε επιχειρήσεις και καταναλωτές. Αναζητώντας του λόγους της τεράστιας αυτής αύξησης θα αναφερθούμε σε παράγοντες όπως η απότομη αυξομείωση της σχέσης αγοράς και ζήτησης, η μεγάλη έλλειψη εμπορευματοκιβωτίων, η δραστική μείωση των πλόων από τις ναυτιλιακές εταιρίες αλλά και σε διάφορους άλλους λόγους που συνετέλεσαν στη διαμορφωθείσα κατάσταση.

    Κατά την διάρκεια της πρώτης περιόδου εξάπλωσης του covid-19 και των lockdown που ακολούθησαν, υπήρξε μια πολύ μεγάλη μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας, δηλαδή της προσφοράς αγαθών, την οποία και ακολούθησε μια ανάλογη κατακρήμνιση της ζήτησης. Οι ναυτιλιακές εταιρίες, προκειμένου να μειώσουν τα κόστη τους που προκάλεσε η μείωση της ζήτησης, αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε περιορισμό των δρομολογίων αφαιρώντας πλοία από τις τακτικές γραμμές, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν προχωρούσαν σε ανανέωση των ναυλοσυμφώνων τους. Το γεγονός αυτό πιστοποιείται και από την έκθεση Νοεμβρίου του 2021 της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ναυσιπλοΐας (EMSA – European Marine Safety Agency). Στον παρακάτω πίνακα γίνεται φανερή η σημαντική μείωση των δρομολογίων των πλοίων και ειδικότερα των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων από την περίοδο προ πανδημίας το 2019 σε σχέση με το 2020, όπου η εξάπλωση του SARS-Cov-2 παγιώθηκε παγκοσμίως.

    Όταν όμως ολοένα και περισσότερες χώρες και ιδιαίτερα η Κίνα, η οποία διατηρεί ίσως την μεγαλύτερη παραγωγική δραστηριότητα παγκοσμίως, έβγαιναν από τα lockdown και ανέβαζαν και πάλι του ρυθμούς παραγωγής, οι τιμές των νέων ναυλοσυμφώνων γνώρισαν ραγδαία αύξηση. Η ζήτηση για μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων από την Κίνα προς την Ευρώπη και ειδικότερα προς την Αμερική ξεπερνούσε σε μέγεθος την ικανότητα των ναυτιλιακών εταιριών να βάλουν επιπλέον πλοία και έτσι οι τιμές για τις μεταφορές αυτές εκτοξεύθηκαν.

    Στην ισχύουσα τότε κατάσταση ήρθε να προστεθεί και η μεγάλη έλλειψη σε εμπορευματοκιβώτια που επικρατούσε στην Κίνα. Μετά το lockdown το οποίο επιβλήθηκε στις περισσότερες χώρες του κόσμου, η Κίνα άνοιξε την οικονομία της και ξεκίνησε την παραγωγική της δραστηριότητα νωρίτερα τόσο από την Ευρώπη όσο και από την Αμερική. Ωστόσο τα εμπορευματοκιβώτια που χρειαζόταν για να εξάγει τα βιομηχανικά της προϊόντα δεν επαρκούσαν, αφού τα περισσότερα είχαν κολλήσει σε Ευρώπη και Αμερική λόγω της κατάστασης με τον SARS-Cov-2 και της ραγδαίας μείωσης παραγωγής και κατανάλωσης. Αυτό είχε ως συνέπεια οι ναυτιλιακές εταιρίες να ξεκινήσουν να σαρώνουν ό,τι κενό εμπορευματοκιβώτιο υπήρχε, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις εξαγωγικές ανάγκες της Κίνας και να εκμεταλλευτούν παράλληλα και τους υψηλότατους ναύλους που είχαν ξεκινήσει να διαμορφώνονται. Άλλοι συμπληρωματικοί παράγοντες που συνετέλεσαν στην διατήρηση των πολύ υψηλών ναύλων αποτελούν οι διακοπές λειτουργίας σε διάφορους λιμένες λόγω κρουσμάτων covid-19 στο προσωπικό αλλά και ναυτικά ατυχήματα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την προσάραξη του πλοίου Ever Given στη διώρυγα του Σουέζ.

    Στο σύγχρονο εταιρικό περιβάλλον, το μεταφορικό κόστος πρώτων υλών αλλά και έτοιμων προϊόντων είναι βαρύνουσας σημασίας. Έτσι, η αύξηση των ναύλων οδήγησε σε μία διαταραχή της ομαλής λειτουργίας των επιχειρήσεων οι οποίες πλέον δεν μπορούσαν να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος, το οποίο και μετακύλησαν στην τιμή πώλησης άρα στον τελικό καταναλωτή. Ειδικότερα οι αποστολείς προϊόντων χαμηλότερης αξίας όπως παιχνίδια, είδη οικιακής χρήσης κ.α., έχουν δει το κόστος μεταφοράς να αυξάνεται από περίπου το 5% του κόστους προμηθείας σε περισσότερο από 20%. Αν σε όλα αυτά συνυπολογισθεί και το παγκόσμιο οικονομικό κλίμα που χαρακτηρίζεται από ένα κύμα ανατιμήσεων σε ένα ευρύ φάσμα αγαθών αλλά και σε τομείς όπως η ενέργεια, τα μέταλλα κ.α., καταλαβαίνει κανείς ότι έχει δημιουργηθεί μία πολύ δυσχερής κατάσταση, η διάρκεια της οποίας παραμένει ακόμα και σήμερα άγνωστη.

     
    Σχετικά με τον αρθρογράφο
     
     



    error: Content is protected !!